Πεστε μου. Σωζεται αυτη η χωρα χωρις να γνωριζουμε το ποιοι ειμαστε ;
Περνω αφορμη να πω καποιες σκεψεις και να τις μοιραστω μαζι σας,και αυτο γιατι παρατηρω πως σιγα σιγα
μας αφαιρουν κομματια απο την ιστορια μας,στο να διδαχτούν
τα νεα παιδια στα σχολεια.δεν χρειαζετε να αναλύσω τον λογο που γινετε αυτο, ειναι γνωστο σε ολους,το θεμα ειναι τι κανουμε εμεις σαν λαος .ζηταμε να μας σεβαστουν οι ξενοι,και μεις τι κανουμε για τον εαυτο μας τον σεβομαστε αραγε ;
Αυτο με οδηγησε και πιστευω ειναι το ελαχιστο που μου αναλογει να παρουσιασω σε ολους μας και ταυτοχρονα να θυμηθουμε ποιοι ειμαστε και να αυτο προσδιορίσουμε τον εαυτο μας,και αυτο γιατι αν κατι πρεπει να αλαξει ειναι πρωτα απο εμας,και να αποκτησουμε τον σεβασμο που μας αρμοζει σαν πραγματικοι ελληνες ισαξιοι των προγονων μας.
Και κατι που εμαθα δυστυχως σε μεγαλη ηλικια και δεν μου
το εμαθαν καποιοι στο σχολειο και τωρα καταλαβαινω γιατι, ειναι στο video αυτο που σας παραθετω στο 51:26
του βίντεο, θα δείτε κάτι συγκλονιστικό, που μάς κρύβουν επιμελώς στα σχολεία: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης θάφτηκε (Φλεβάρης 1843)έχοντας κάτω από τα τσαρούχια του την Τουρκική Σημαία, για να θυμούνται οι Έλληνες πόσο μισούσε τους Τούρκους.
Όπως αναφέρει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, είδε το φως της ζωής «εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής ...; εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο από κάτω, εις την παλαιά Μεσσηνία, ονομαζόμενο Ραμαβούνι». Η περιοχή βρίσκεται στο ακατοίκητο σήμερα χωριό Λιμποβίσι του Δήμου Φαλάνθου, σε απόσταση 30 χιλιομέτρων από την Τρίπολη. Κατά την τελευταία περίοδο της τουρκοκρατίας το Λιμποβίσι διοικητικά ανήκε στο Βιλαέτι της Καρύταινας, αλλά με την λήξη της επανάστασης του 1821 οι κάτοικοί του μεταφέρθηκαν στην Κατσίμπαλη. Στο επίσης εγκαταλελειμμένο σήμερα χωριό Αρκουδόρεμα οι Κολοκοτρωναίοι διατηρούσαν προεπαναστατικά τα λημέρια τους.
Στο Λιμποβίσι λοιπόν είχε καταφύγει τον 16ο αιώνα ο Τριανταφυλλάκος Τζεργίνης (κατ' άλλους Τσεργίνης), όταν οι Τούρκοι έκαψαν το χωριό του, το Ρουπάκι Αρκαδίας. Αυτός θεωρείται και ο γενάρχης των Κολοκοτρωναίων. Ο γιος του, Δημητράκης, απέκτησε 3 γιους: τον Χρόνη, τον Λάμπρο και τον Δήμο. Μετά από πόλεμο 12 ετών με τους Τούρκους της Ρούμελης, οι γιοι του επέστρεψαν στην Πελοπόννησο. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ο Χρόνης ήταν ο προπάππους του. Κάποια στιγμή ο Δήμος άλλαξε το όνομά του σε Μπότσικας, που στα αρβανίτικα σημαίνει μαυριδερός (ο ίδιος ήταν πράγματι μικρόσωμος και μελαψός). Όταν ένας ντόπιος Αρβανίτης είδε το παιδί που απέκτησε ο Δήμος, τον Γιάννη, το αποκάλεσε "μπιθεκούρα", δηλαδή με πισινό σαν πέτρα. Έτσι έμεινε το επίθετο Κολοκοτρώνης.
_________________________________________________________________________________________________________
Ο Κολοκοτρώνης, παρά το ότι είχε λάβει στοιχειώδη μόνο παιδεία, διέθετε βαθύ πολιτικό ένστικτο και κριτική σκέψη. Πολλές αποφάσεις της Τρίτης Εθνοσυνέλευσης του 1826 - 1827 (αρχικά στην Ερμιόνη και κατόπιν στην Τροιζήνα) είχαν την δική του σφραγίδα. Στήριξε την εκλογή του Καποδίστρια και συνέχισε να είναι με το μέρος του ακόμη και στις δυσκολότερες στιγμές του, όταν η αντιπολίτευση είχε στρέψει εναντίον του τα πιο φαρμακερά της βέλη. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, οι Κολοκοτρώνης, Ανδρέας Μεταξάς, Ιωάννης Κωλέττης, Ανδρέας Ζαΐμης και Δημήτρης Μπουντούρης ορίστηκαν από την Εθνική Συνέλευση ως κυβερνητική ομάδα της χώρας μέχρι την άφιξη του Όθωνα. Αλλά ο Κολοκοτρώνης παραιτήθηκε σχεδόν αμέσως λόγω διαφωνιών του με τον Κωλέττη.
Παρά τον αρχικό του ενθουσιασμό για την άφιξη του Όθωνα, σύντομα απογοητεύτηκε από την άστοχη διακυβέρνηση της Αντιβασιλείας (ο Όθων ανήλθε στον θρόνο ανήλικος), δηλαδή των Βαυαρών αριστοκρατών της Αυλής του, ώστε άρχισε εναντίον τους σκληρή κριτική. Ως αποτέλεσμα της στάσης του ήταν η καταδίκη του σε θάνατο με βασικό κατηγορητήριο την συμμετοχή δήθεν σε συνωμοσία κατά της Αντιβασιλείας. Η αλήθεια ήταν πως ο Κολοκοτρώνης είχε απευθύνει επιστολή ανησυχίας στον υπουργό των Εξωτερικών της Ρωσίας, Νέσελροντ. Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1833 συνελήφθησαν για τον ίδιο λόγο, εκτός από τον ίδιο, οι Δημήτριος Πλαπούτας, Θεόδωρος Γρίβας και άλλοι πατριώτες, αλλά στην τελική φάση μόνο ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας θεωρήθηκαν προδότες. Τους έκλεισαν επί σειρά μηνών στις φυλακές Ιτς Καλέ του Ναυπλίου, σε αυστηρή απομόνωση, και όταν πραγματοποιήθηκε η δίκη -μια παρωδία με χρήση δεκάδων ψευδομαρτύρων- κανέναν στοιχείο ενοχής τους δεν βρέθηκε. Παρ' όλα αυτά, στις 25 Μαΐου 1834 καταδικάστηκαν σε θάνατο, όμως ο πρόεδρος του δικαστηρίου, Αναστάσιος Πολυζωίδης, και ο δικαστής Γεώργιος Τερτσέτης αρνήθηκαν να υπογράψουν την απόφαση. Υπό την πίεση της αγανάκτησης του ελληνικού λαού και την ευαισθησία του Όθωνα η ποινή και των δύο μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη.
Όταν ο νεαρός βασιλιάς ενηλικιώθηκε απένειμε χάρη στον κλονισμένο ηγέτη της επανάστασης, τον ονόμασε αντιστράτηγο και τον διόρισε Σύμβουλο της Επικρατείας. Ο περίφημος Γέρος του Μοριά έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στην Αθήνα, στο ιδιόκτητο σπίτι του στη γωνία των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα. Αυτήν την περίοδο υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα απομνημονεύματα του, που εκδόθηκαν το 1846 με τίτλο "Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 18363, και αποτελούν μια από τις σημαντικότερες πηγές της ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης του '21, γιατί εκθέτουν τα γεγονότα χωρίς εμπάθειες και υστεροβουλίες. Πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου 1843, μετά το γλέντι για τον γάμο του μικρού του γιου. Η πατρίδα αναμφίβολα χρωστά ευγνωμοσύνη σε αυτόν τον μεγάλο άνδρα, του οποίου η δράση υπήρξε ευλογία για τα ελληνικά όπλα και ο εμψυχωτικός ρόλος του στις δύσκολες στιγμές του αγώνα καταλυτικός.
---------------------------------------------
Σας παρουσιαζω επισης μια ερευνα για τον θανατο του
Γεωργιου Καραισκακη κατι που στο σχολειο οταν ειμουν νεαρος
δεν αναρωτηθηκε κανεις ,γιατι κατι που εμαθα μεγαλωνοντας ειναι οτι καθε πραξη εχει και αλυσιδωτη αντιδραση και
ιδικά στην ιστορια του εθνους μας.
Ο θάνατος του Γεωργίου Καραϊσκάκη καλύπτεται από διαφορετικές αφηγήσεις και φήμες για το τι πραγματικά συνέβη. Φήμες ότι ο θάνατός του προήλθε από φίλια πυρά ή και ότι ήταν προϊόν οργανωμένου σχεδίου. Παρακάτω παρουσιάζω μια έρευνα του Άρη Χατζηστεφάνου για τις συνθήκες θανάτου του Γεωργίου Καραϊσκάκη στη μάχη του Φαλήρου, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια του προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών Φίλιππου Κουτσάφτη και του ιστορικού Διονύση Τζάκη και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής στις 21 Μαρτίου του 2010.
Κατι το οποιο δεν ασχοληθηκαν τα γνωστα τσοντοκαναλα της πατριδος μας.
Ίσως ήμουν από τους λίγους ανθρώπους που δέχτηκαν με τόση χαρά και κυρίως ανακούφιση μια πρόσκληση στην ιατροδικαστική υπηρεσία. Παλαιότερα ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι, αν ζητούσα από τον μεγαλύτερο ιατροδικαστή της χώρας ένα «πόρισμα» για τις συνθήκες θανάτου του Γεωργίου Καραϊσκάκη στη μάχη του Φαλήρου, θα μου έκλεινε το τηλέφωνο. Ποιος τολμάει να ενοχλήσει τον προϊστάμενο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών για μια υπόθεση που έκλεισε το 1827; ΟΦίλιππος Κουτσάφτης, όμως, δέχτηκε με ενθουσιασμό την πρόταση. Για την ακρίβεια, αντέδρασε λες και περίμενε εδώ και καιρό μια ευκαιρία για να συνδυάσει τις δύο αγαπημένες του ασχολίες, τη μελέτη της Ιστορίας και την ιατροδικαστική.Για το συγκεκριμένο πόρισμα, βέβαια, δεν απαιτούνταν η παρουσία του στον τόπο του συμβάντος. Το πτώμα είχε μεταφερθεί από την πρώτη στιγμή στη Σαλαμίνα, ενώ οι συνεχείς επιχωματώσεις στο Νέο Φάληρο είχαν αλλάξει οριστικά τη γεωγραφία του εδάφους στην περιοχή. Παρ’ όλα αυτά, πριν τον συναντήσω, αποφάσισα να επιθεωρήσω μόνος μου τον «τόπο του εγκλήματος»… Δευτέρα πρωί και βρίσκομαι σταματημένος στο φανάρι έξω από το κτίριο της «Καθημερινής», κοντά στις εκβολές του Κηφισού.Τον Απρίλιο του 1827 είχαν στρατοπεδεύσει εδώ ισχυρές δυνάμεις του Κιουταχή. Απέναντί τους, προς την πλευρά της Καστέλλας, οι άντρες του Καραϊσκάκη ετοιμάζονταν για μία από τις σημαντικότερες μάχες της Ελληνικής Επανάστασης. Για πρώτη φορά, ύστερα από σειρά αποτυχιών που κορυφώθηκαν με την πτώση του Μεσολογγίου, ο «γιος της καλογριάς» είχε αρχίσει να αντιστρέφει το αρνητικό κλίμα.Για τη συγκεκριμένη μάχη στο Φάληρο, όμως, είχε ένα πολύ κακό προαίσθημα. Πίστευε ότι οι δύο Βρετανοί αξιωματικοί, που είχαν οριστεί αρχηγοί όλων των δυνάμεων της Αττικής – ο Τσωρτς για το στρατό ξηράς και ο Κόχραν για το ναυτικό – τον οδηγούσαν σε βέβαιη σφαγή. Αυτοί ήθελαν ολομέτωπη σύγκρουση τακτικού στρατού, όπως τους είχαν μάθει στις στρατιωτικές ακαδημίες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Αυτός, όπως εξηγούσε και ο ιστορικός Τάσος Βουρνάς, «ήθελε να εφαρμόσει τη δοκιμασμένη παρτιζάνικη τακτική της παρενόχλησης του εχθρού».
Ποιος τράβηξε τη σκανδάλη;
Τελικά δεν έζησε μέχρι την ημέρα της μάχης για να δει την πανωλεθρία των ελληνικών δυνάμεων. Στις 22 Απριλίου του 1827, μια σφαίρα τον πέτυχε στη βουβωνική χώρα ενώ προσπαθούσε να ελέγξει μια ασήμαντη συμπλοκή με τις τουρκικές δυνάμεις, λίγες ώρες πριν από την προγραμματισμένη μεγάλη επίθεση.
Ποιος τράβηξε όμως τη σκανδάλη, αφαιρώντας τη ζωή του Αρβανίτη αρχιστράτηγου; Από τις πρώτες ώρες του θανάτου του, κυκλοφόρησε έντονη φημολογία πως ο δράστης ήταν Έλληνας. Ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο ιστοριοδίφης που επιμελήθηκε τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, υποστηρίζει ότι τον πυροβόλησαν πληρωμένοι μπράβοι του Μαυροκορδάτου.Την ίδια θεωρία φαίνεται να ασπάζεται και ο Δημήτρης Φωτιάδης, ο οποίος όμως εκτός από τον Μαυροκορδάτο βλέπει σαν ηθικούς αυτουργούς τους δύο Βρετανούς αξιωματικούς.
Γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του με τίτλο «Καραϊσκάκης»:
«Ο Κόχραν κι ο Τσωρτς, μέσα στις λίγες ημέρες που βρίσκονταν στον Πειραιά, κατάλαβαν πως ένας είχε τη δύναμη να αντιταχθεί στα σχέδιά τους, ο Καραϊσκάκης. Η εντολή που είχανε πάρει ήταν να πνιγεί η επανάσταση στη Στερεά, για να μπορέσει η Αγγλία να πετύχει το διπλωματικό της παιχνίδι, τον περιορισμό δηλαδή του απελευθερωτικού κινήματος του Μοριά, για να ‘χει το μικρό, αδύναμο και μισοανεξάρτητο ναυτικό κράτος που θα δημιουργούνταν κάτω από τον έλεγχό της. (…) Ο Καραϊσκάκης έπεσε θύμα της εγγλέζικης πολιτικής στην Ελλάδα και εμπνευστές της σατανικιάς δολοφονίας του στάθηκαν ο Κόχραν, ο Τσωρτς κι ο Μαυροκορδάτος».
Σύμφωνα μάλιστα με τον αγωνιστή Νικόλαο Κασομούλη, ο ίδιος ο Καραϊσκάκης, λίγες ώρες πριν πεθάνει, άφησε να εννοηθεί ότι γνωρίζει τους δράστες. Δίνοντας μάλιστα ένα από τα γνωστά ρεσιτάλ βωμολοχίας, είπε στους συναγωνιστές του:« Γνωρίζω τον αίτιον, και αν ζήσω παίρνομεν όλοι το χάκι (εκδίκηση), ειδέ και πεθάνω, ας μου κλάσει τον π…….. και αυτός».
Παρ’ όλα αυτά, νεότεροι ερευνητές και ιστορικοί είναι πολύ επιφυλακτικοί στο να μιλήσουν για δολοφονία και πολύ περισσότερο να αποδώσουν ευθύνες στο Λονδίνο. Ο «φάκελος Καραϊσκάκης» λοιπόν έπρεπε να ανοίξει και πάλι. Και όπως κάθε καλή αστυνομική έρευνα, ξεκινά από το γραφείο του ιατροδικαστή.
Χτυπήθηκε από ψηλά
«Βλέπετε, έχουμε και εμείς το μικρό μας CSI», μου είπε γελώντας ο Φίλιππος Κουτσάφτης, καθώς με ξεναγούσε στα εργαστήρια της υπηρεσίας. Στο γραφείο του κοιτάξαμε και πάλι μαζί το κείμενο του Δημήτρη Φωτιάδη για τις συνθήκες θανάτου του Καραϊσκάκη, το οποίο περιλαμβάνει τις περισσότερες λεπτομέρειες και συνηγορεί με αντίστοιχες αφηγήσεις του Κασομούλη. Αφού μου επανέλαβε για πολλοστή φορά ότι με τα υπάρχοντα στοιχεία μπορεί να γίνει μόνο μια «ιατροδικαστική προσέγγιση», που θα παρουσιάζει όλες τις πιθανές εκδοχές, ο ιατροδικαστής ανέτρεξε στο κείμενο που είχε ετοιμάσει.
Η περιγραφή της δολοφονίας (Κείμενο του λόγιου Δημήτρη Φωτιάδη)
«Ο Καραϊσκάκης βρισκόταν στο κέντρο της καβαλαρίας μας, περιτριγυρισμένος ολούθε από δικούς μας. Και να, τρώει ένα βόλι στο βουβώνα από τα πλάγια κι ομπρός, από τ’ αριστερά προς τα δεξιά κι από πάνω προς τα κάτω. Πέφτει από τ’ άλογο. Τρέχουν οι καβαλάρηδες μας να τον συντρέξουν.
- Δεν είναι τίποτα! Τους φωνάζει και μ’ όση δύναμη τ’ απόμενε ξανακαβαλικεύει. Πισωδρομούνε σιγά και μ’ όλη την τάξη. Μα, σαν έφτασαν εκεί όπου έπειτα στήσανε το μνημείο του, πίσω από το σημερινό σταθμό του ηλεκτρικού σιδεροδρόμου στο Νέο Φάληρο, δεν μπορεί πια να κρατηθεί πάνω από το άλογο και ξεπεζεύει. Του λένε να τον πάνε σηκωτό, μ’ αυτός αρνιέται. Δε θέλει να τρομάξει το ασκέρι πως είναι του θανατά. Αυτός μπροστά κι ολόγυρα του καπεταναίοι, μπουλούξηδες και παλικάρια ξεκινάνε με τα πόδια, όσο που με την απαλάμη του κρατάει τη λαβωματιά του. Αφού ανέβηκαν τον ανήφορο, τονε συμβουλεύουνε να πάγει πάνω στα καράβια, για να ‘χει πιότερη φροντίδα κι ησυχία να τονε δούνε οι γιατροί.
- Ένα πράμα μονάχα σας παρακαλώ, μην αφήσετε Φράγκο γιατρό να ‘ρθει κοντά μου. (…) Τούτη τη φορά μονάχα δεν ήθελε να πέσει στα χέρια των Φράγκων γιατρών, γιατί, όπως θα δούμε, σχημάτισε την πεποίθηση πως δεν χτυπήθηκε από τους Τούρκους, μα δολοφονήθηκε και φοβήθηκε μην τον αποτελειώσουν οι γιατροί του Κόχραν και του Τσωρτς».
Το «πόρισμα» του ιατροδικαστή (Του Φίλιππου Κουτσάφτη)
Δεδομένου ότι υπάρχουν πολλά ιατροδικαστικά κενά, με κάθε επιφύλαξη μπορούμε να εξαγάγουμε τα εξής συμπεράσματα:
Πρώτον, η πύλη εισόδου του τραύματος είναι η αριστερή βουβωνική χώρα.
Δεύτερον, η βολίδα είχε φορά από μπροστά αριστερά και άνω, προς τα πίσω δεξιά και κάτω. Τρίτον, το θύμα, σαν στόχος, ήταν πολύ δύσκολος εκ των έξω, καθώς περιστοιχιζόταν από συντρόφους του που ήταν και αυτοί πάνω σε άλογα.
Τέταρτον, ο πυροβολισμός πρέπει να έγινε από διαφορετικό ύψος. Στο σημείο αυτό, διακρίνουμε δύο περιπτώσεις: α) Εάν έγινε από μεγάλη απόσταση, τότε ο σκοπευτής πρέπει να ήταν σε κάποιο δέντρο ή σε κάποια μάντρα, θα λέγαμε δηλαδή σήμερα ότι ήταν ένας ελεύθερος σκοπευτής, β) εάν έγινε από μικρή απόσταση, πρέπει να τον πυροβόλησε κάποιος από τον περίγυρό του, με την προϋπόθεση κατά τη στιγμή του πυροβολισμού να είχε σηκωθεί όρθιος πάνω στο άλογο. Δηλαδή, δεν πυροβόλησε καθήμενος.
Και οι δύο εκδοχές στηρίζονται, δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε την απόσταση του πυροβολισμού. Βέβαια, δεν μπορεί να αποκλειστεί και η εκδοχή του αποστρακισμού της σφαίρας σε κάποια επιφάνεια.
Παρουσιάζουμε τρεις εκδοχές, γιατί δεν γνωρίζουμε την απόσταση και την κατάσταση του πυροβολισμού και, φυσικά, δεν είδαμε το τραύμα. Μου έκανε, πάντως, ιδιαίτερη εντύπωση αυτό ακριβώς που γραφείο Φωτιάδης, ότι ο Καραϊσκάκης βρισκόταν στο κέντρο και ήταν «περιτριγυρισμένος ολούθε από δικούς μας».
Θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί το εξής: Το γεγονός ότι ανέβηκε και πάλι στο άλογο του, όπως αναφέρεται, συνηγορεί στο ότι το τραύμα δεν ήταν άμεσα θανατηφόρο, άρα, μπορεί να ήταν πράγματι στη βουβωνική χώρα. Σημειώθηκε, δηλαδή, αιμορραγία για μεγάλο χρονικό διάστημα, πριν πεθάνει, οπότε πράγματι ήταν σε θέση να συζητεί ακόμη και να αρνείται να τον δουν ξένοι γιατροί.
Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία, γνωρίζουμε ότι ο Καραϊσκάκης ήταν έφιππος, η πύλη εισόδου του τραύματος και η φορά της βολίδας συνηγορούν στο ότι χτυπήθηκε από υψηλότερο σημείο – κατά πάσα πιθανότητα ο δράστης ήταν όρθιος επάνω σε άλογο. Κρίνοντας από το γεγονός ότι ο Καραϊσκάκης κατάφερε να ιππεύσει και πάλι, ο Κουτσάφτης υποστηρίζει ότι το τραύμα μπορεί πράγματι να ήταν στη βουβωνική χώρα και να μην ήταν άμεσα θανατηφόρο. Εάν δεχτούμε λοιπόν ως ακριβείς τις περιγραφές του Κασομούλη και του Φωτιάδη, η ιατροδικαστική εξέταση αφήνει πολύ μεγάλες πιθανότητες ο Καραϊσκάκης να δολοφονήθηκε πραγματικά από Έλληνες. Τα στοιχεία όμως, όπως θα έλεγαν και οι ήρωες του CSI, δεν μπορούν ακόμη να σταθούν στο δικαστήριο εάν δεν εντοπίσουμε και το κίνητρο της δολοφονίας.
Οι πιθανοί δράστες
Έπρεπε για άλλη μία φορά να απευθυνθούμε στους ειδικούς. Και ίσως κανένας δεν έχει ασχοληθεί τα τελευταία χρόνια τόσο εντατικά με τη ζωή του Καραϊσκάκη όσο ο Διονύσης Τζάκης,ιστορικός και συγγραφέας του Λευκώματος με τίτλο «Γεώργιος Καραϊσκάκης».
Η λίστα των πιθανών «υπόπτων» που μου παρέθεσε ο Έλληνας καθηγητής, των ανθρώπων δηλαδή που «ευχήθηκαν και ίσως επιδίωξαν το θάνατο του Καραϊσκάκη στη διάρκεια της επανάστασης», είναι ιδιαίτερα μεγάλη: «Αγραφιώτες που δεν τον ήθελαν στρατιωτικό αρχηγό στην επαρχία τους,ανταγωνιστές στρατιωτικοί και πολιτικοί που αντιπαρατέθηκαν σκληρά μαζί του, ιδίως το 1822 – 1824. Επίσης, αρκετοί επιθυμούσαν να απομακρυνθεί από την κορυφή της στρατιωτικής ιεραρχίας το 1826 – 1827. Επειδή διαφωνούσαν με τα πολεμικά του σχέδια, με τον τρόπο που διοικούσε, με τις προτεραιότητες που έθετε, επειδή θεωρούσαν άλλον καταλληλότερο ή έτρεφαν προσωπικές φιλοδοξίες ».
Παρ’ όλα αυτά, ο Διονύσης Τζάκης απεκδύεται πεισματικά το ρόλο του ιστορικού-αστυνόμου. «Ο ιστορικός», μας λέει, «δεν είναι αστυνομικός ή ανακριτής να διερευνά υποθέσεις αναζητώντας “κίνητρα” και πιθανούς “ενόχους”. Δεν αξιολογεί γεγονότα ή πρόσωπα για όσα έκαναν ή δεν έκαναν, για όσα θα έπρεπε κατά τη γνώμη του να είχαν κάνει ή να είχαν αποφύγει, και μάλιστα με κριτήριο τις δικές του μεταγενέστερες ιδέες και αντιλήψεις για το τι είναι σωστό και τι λάθος, εθνικά, ηθικά, δικονομικά ».
Κάθε προσπάθεια λοιπόν για την ανεύρεση της αλήθειας θα σκοντάφτει σε ανυπέρβλητα εμπόδια εάν δεν λαμβάνει υπόψη τον ιστορικό χωροχρόνο των γεγονότων. Ούτως η άλλως, μας λέει ο Διονύσης Τζάκης, «όπως όλες οι σύγχρονες επαναστάσεις, έτσι και η ελληνική συνυφαίνεται με πολιτικές διαφωνίες, αντιπαραθέσεις και βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις, καθώς οι Έλληνες πολεμούσαν για να απαλλαγούν από τους Οθωμανούς και, συγχρόνως, δημιουργούσαν μια πρωτόγνωρη (και ριζικά διαφορετική από την οθωμανική) μορφή πολιτικής οργάνωσης, το εθνικό κράτος».
Ακόμη όμως και «οι φήμες ότι δολοφονήθηκε», επισημαίνει ο Έλληνας ιστορικός, «μας βοηθούν να κατανοήσουμε το πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα της εποχής, αλλά και τους τρόπους πρόσληψης του θανάτου του από τους σύγχρονους του. Μάλιστα, οι εν λόγω φήμες προικίζουν το μύθο του ήρωα Καραϊσκάκη με ένα οικουμενικό μοτίβο, όπου ο ήρωας δεν είναι δυνατόν να καταβληθεί και να πεθάνει, παρά μόνο ως αποτέλεσμα κάποιας προδοσίας, συνωμοσίας κ.λπ.».
Ίσως, τελικά, το μόνο που μπορούμε να πούμε σήμερα με βεβαιότητα είναι ότι οι επιπτώσεις από την αναγγελία του θανάτου του και η στρατιωτική πανωλεθρία στη μάχη του Φαλήρου είναι δραματικές σε όλα τα μέτωπα. «Την ψυχολογική αυτή στιγμή, που τα πάντα έδειχναν να καταρρέουν μέσα σε ένα κλίμα τρόμου», θα γράψει ο Τάσος Βουρνάς, «θέλησε να εκμεταλλευτεί ο Ιμπραήμ για να προσεταιριστεί τους καπεταναίους της Ρούμελης». Και του Μοριά.
Με πρώτο τον Δημήτρη Νενέκο, αρκετοί οπλαρχηγοί συνθηκολογούν – προχωρούν σε αυτό που θα μείνει στη λαϊκή συνείδηση ως «προσκύνημα». Θα χρειαστεί να ακουστεί βροντερή η φωνή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη για να σταματήσει η ολοκληρωτική συνθηκολόγηση και να σωθεί τελικά η επανάσταση: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».
Ο Καραϊσκάκης και το spread δανεισμού
Ένα από τα σενάρια που επανέρχονται πεισματικά στην επιφάνεια σχετικά με το θάνατο του Καραϊσκάκη, αναφέρεται στο ρόλο που έπαιξε το Λονδίνο στα τελευταία χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Ακόμη και ιστορικοί που απορρίπτουν κατηγορηματικά τις εικασίες του Φωτιάδη για σχέδιο δολοφονίας του Έλληνα ήρωα από τους Κόχραν και Τσωρτς, συμφωνούν ότι η στρατηγικήπου του πρότειναν στη μάχη του Φαλήρου ισοδυναμούσε με αυτοκτονία.
Γιατί όμως ο Καραϊσκάκης, ο οποίος είχε οριστεί αρχιστράτηγος της Στερεάς Ελλάδας με τη σύμφωνη γνώμη ακόμη και ορκισμένων εχθρών του όπως ο Ζαΐμης, υποτάχθηκε στις εντολές των Βρετανών; Στο βιβλίο του «Ο θάνατος του Καραϊσκάκη», ο δημοσιογράφος Δημήτρης Σταμέλος αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις σχέσεις υποτέλειας που είχαν δημιουργήσει στην επαναστατημένη Ελλάδα τα δύο δάνεια που της υποσχέθηκε το Λονδίνο. «Το πρώτο δάνειο», όπως σημείωνε και ο μεγάλος ερευνητής Κυριάκος Σιμόπουλος, «τοκογλυφικό και ανήθικο ως συμφωνία, κατασπαταλήθηκε στον εμφύλιο. (…) Το δεύτερο χάθηκε στις κερδοσκοπικές παραγγελίες φρεγατών που δεν έφθασαν ποτέ στην Ελλάδα».
Ξένα δάνεια, περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας, κερδοσκοπία και… φρεγάτες. Οι λέξεις μοιάζουν βγαλμένες από δημοσιεύματα εφημερίδων των τελευταίων ημερών και όχι από ιστορικά κείμενα για το μακρινό 1821. Κι όμως, οι περισσότεροι ιστορικοί και ακαδημαϊκοί, με τους οποίους μιλήσαμε όλες αυτές τις εβδομάδες, μας προειδοποίησαν να μην καταφύγουμε σε εύκολους και απλοϊκούς παραλληλισμούς. «Κάποιοι είναι έτοιμοι να συνδέσουν το ’21 και το ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων με το spread δανεισμού και τη Γερμανία», μου είπε γνωστός ακαδημαϊκός, που προτίμησε να κρατήσει την ανωνυμία του. Ίσως γιατί, όπως μας εξήγησε και ο Διονύσης Τζάκης, «τα γεγονότα οφείλουμε να τα προσεγγίζουμε μέσα στη δική τους ιστορική συνάφεια».
σας παραθετω βιντεο που μιλα για το ποιος ηταν τελικα
η μεγαλη αυτη λαικη μορφη του εθνους μας.
_________________________________________
Θεόδωρος ΚολοκοτρώνηςΤο 1833, λόγω διαφωνιών με την Αντιβασιλεία οδηγήθηκε, μαζί με άλλους αγωνιστές, πάλι στις φυλακές του Ιτς Καλέ στο Ναύπλιο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και στις 25 Μαΐου 1834, μαζί με τον Πλαπούτα, καταδικάστηκε σε θάνατο. Έλαβε χάρη μετά την ενηλικίωση του Όθωνα το 1835.
Γεώργιος ΚαραϊσκάκηςΟ Μαυροκορδάτος κατηγόρησε τον Καραϊσκάκη μετά από ομολογία του Κωνσταντίνου Βουλπιώτη, που είχε μεταβεί στα Γιάννενα, ότι: “ο γιος της Καλογριάς είχε στείλει επιστολή στον Ομέρ Βρυώνη με την υπόσχεση να του παραδώσει το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό”. Έτσι διόρισε επιτροπή προκειμένου να εξετάσει την “αποκάλυψη προδοσίας”.Στις 30 Μαρτίου 1824 συστάθηκε η παραπάνω επιτροπή και στις 2 Απριλίου 1824 (σε 3 μέρες) εκδόθηκε προκήρυξη των εγκλημάτων του Καραϊσκάκη με τον τίτλο «Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος». Κατά την προκήρυξη που ήταν πράξη διοικητική και όχι δικαστική, η εν λόγω επιτροπή έκρινε τον Καραϊσκάκη ένοχο «εσχάτης προδοσίας» άνευ δίκης। Παρόλα αυτά είναι αμφίβολο αν η απόφαση εκείνη της επιτροπής δημοσιεύθηκε ποτέ। Πάντως ο ήρωας στερήθηκε όλων των βαθμών και των αξιωμάτων του και διατάχθηκε να αναχωρήσει από το Αιτωλικό. Οι δε πολίτες διατάχθηκαν να αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τον «εχθρό της πατρίδας», τον Καραϊσκάκη, εφόσον αυτός «δεν μετανοήσει και προσπέσει στο έλεος των Ελλήνων και ζητήσει συγχώρησιν», θεωρώντας ότι το έλεος των Ελλήνων το εκπροσωπούσε ο Μαυροκορδάτος. Ανάλογη απόφαση δεν είχε προηγουμένως εκδοθεί ούτε κατά των Τούρκων.
Ιωάννης ΜακρυγιάννηςΉρθε σε αντίθεση με τους οπαδούς του Καποδίστρια, και αργότερα με τον Όθωνα. Πρωτοστάτησε στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Το 1852 καταδικάστηκε σε θάνατο με την κατηγορία ότι σχεδίαζε την δολοφονία του Όθωνα, αλλά το 1854αφέθηκε ελεύθερος. Το 1864ονομάστηκε αντιστράτηγος, και πέθανε λίγο μετά.Οδυσσέας ΑνδρούτσοςΣτις 5 Ιουνίου του 1825, θύμα και αυτός του Εμφύλιου πολέμου, δολοφονήθηκε στηνΑκρόπολη, όπου είχε φυλακιστεί, ύστερα από εντολή του Γιάννη Γκούρα। Στη συνέχεια οι δολοφόνοι έριξαν το πτώμα του στα βράχια της Ακρόπολης για να πιστέψει ο κόσμος ότι ο Ανδρούτσος σκοτώθηκε στην προσπάθεια του να δραπετεύσει.
Ο Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ή ΤουρκοφάγοςΗ ελληνική κυβέρνηση, φοβούμενη ότι το ρωσόφιλο κόμμα επεδίωκε να αντικαταστήσει τον βασιλιά Όθωνα με κάποιο Ρώσο πρίγκιπα, συνέλαβε τον Νικηταρά το 1839 και τον καταδίκασε, αν και παντελώς αθώο, σε ενάμιση χρόνο φυλακή, την οποία εξέτισε στις φυλακές της Αίγινας। Όταν αποφυλακίστηκε ήταν σχεδόν τυφλός। Έζησε λίγα ακόμη χρόνια με μια μικρή σύνταξη και πέθανε πάμφτωχος και τυφλός σε ένα σοκάκι το 1849 στον Πειραιά
Μαντώ ΜαυρογένουςΜετά την Επανάσταση, απογοητευμένη από την άτυχη ερωτική περιπέτειά της με τοΔημήτριο Υψηλάντη και καταδιωκόμενη από τον Ιωάννη Κωλέττη, ξαναγύρισε στη Μύκονο και έπειτα από λίγα χρόνια πέθανε στην Πάροπολύ φτωχή και λησμονημένη.
Λασκαρίνα ΜπουμπουλίναΗ Μπουμπουλίνα ζήτησε την αποφυλάκιση του Κολοκοτρώνη και κρίνεται επικίνδυνη από την Κυβέρνηση , συλλαμβάνεται δύο φορές από το Υπουργείο Αστυνομίας με εντολή να φυλακιστει। Τελικά η Μπουμπουλίνα εξορίστηκε στις Σπέτσες χάνοντας τον κλήρο γης που το Κράτος της είχε παραχωρήσει στο Ναύπλιο.Το 1825 και ενώ η Μπουμπουλίνα ζούσε στις Σπέτσες, πικραμένη από τους πολιτικούς και την εξέλιξη του Αγώνα και έχοντας ξοδέψει όλη την περιουσία της στον πόλεμο, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά σε μεγάλο κίνδυνο. Στις 12 Φεβρουαρίου οΑιγύπτιος ναύαρχος Ιμπραήμ Πασάς με έναν τουρκο-αιγυπτιακό στόλο, αποβιβάζεται στο λιμάνι της Πύλου στην Πελοπόννησο με 4.400 άντρες, σε μια τελευταία προσπάθεια να σταματήσει την επανάσταση. Η Μπουμπουλίνα, παραμερίζοντας την δυσαρέσκειά της για τους πολιτικούς και καθοδηγούμενη μόνο από την φιλοπατρία της, άρχισε να προετοιμάζεται για νέες μάχες όταν έρχεται όμως τότε το άδοξο τέλος της, στις 22 Μαΐου 1825. Ο μικρότερος γιός της από τον πρώτο της γάμο, ερωτεύεται την κόρη της πολύ πλούσιας οικεγένειας των Κουτσαίων στις Σπέτσες. Οι Κουτσαίοι ήταν πάρα πολύ πλούσια οικογένεια και πρόκριτοι των Σπετσών, οι οποίοι όμως δεν ήθελαν τον γάμο μεταξύ των δύο οικογενειών διότι η Μπουμπουλίνα είχε ξοδέψει πια την τεράστια περιουσία της και είχε παραπέσει οικονομικά. Οι δύο νέοι όμως αγαπιούνται, κλέβονται και πάνε στο σπίτι του πρώτου άντρα της Μπουμπουλίνας, του Δημήτριου Γιάννουζα. Η Μπουμπουλίνα μαθαίνει το γεγονός και πάει και αυτή στο σπίτι να δει τι γίνεται, λίγο αργότερα καταφθάνουν και οι Κουτσαίοι πολύ εξαγριωμένοι με την απαγωγή, την οποία θεώρησαν μεγάλη προσβολή σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής. Κατά την διάρκεια μιάς πάρα πολύ μεγάλης λογομαχίας μεταξύ Μπουμπουλίνας και Κουτσαίων, κάποιος από αυτούς την πυροβολεί – καθώς ήταν σκοτάδι η ταυτότητα του δράστη είναι μέχρι και σήμερα άγνωστη – το βόλι την πετυχαίνει στο μέτωπο και την αφήνει αμέσως νεκρή. Έτσι η Μπουμπουλίνα, που αφιέρωσε όλη της τη ζωή για την απελευθέρωση του έθνους της, σκοτώθηκε άδοξα. Οι Ρώσοι μετά τον θάνατό της, της απένειμαν τον τίτλο της «Ναυάρχου», έναν τίτλο με παγκόσμια μοναδικότητα για γυναικεία μορφή. _________________________________________
Είμαστε άξιοι της τύχης μας...
Καλά κάνουν και μας έχουν ως τα πρόβατα επί σφαγή... καλά κάνουν...Αφού πρώτα κατάφεραν και μας αφαίρεσαν το κομμάτι εκείνο του εγκεφάλου που σχετίζεται με την κατανόηση των όσων συμβαίνουν γύρω μας...
Εεεεεε σεις Έλληνες δεν πάτε καλά!!!
Ξυπνήστε επιτέλους...
Και μην ξεχνάτε:
Μας φοβούνται, ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ..
και θα κλεισω με αυτα τα λογια γιατι εγω ειμαι τοσο μικρος μπροστα τους.
ΟΙ ΟΡΚΟΙ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΛΕΜΙΣΤΩΝ
Eλευθεριος Χαλουδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου